- φυλλομέτρημα
- το, -ατος1. το μέτρημα των φύλλων βιβλίου.2. η βιαστική ανάγνωση βιβλίου, το ξεφύλλισμα.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
φυλλομέτρημα — το, Ν 1. ξεφύλλισμα βιβλίου 2. βιαστικό, επιπόλαιο διάβασμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φυλλομετρώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Ακρόπολις] … Dictionary of Greek
φυλλομέτρηση — η, Ν το φυλλομέτρημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φυλλομετρώ. Η λ., στον λόγιο τ. φυλλομέτρησις, μαρτυρείται από το 1877 στον Κ. Σάθα] … Dictionary of Greek
ξεφύλλισμα — το, ατος 1. αφαίρεση ή αραίωση φύλλων φυτού: Φούντωσε η κληματαριά και θέλει ξεφύλλισμα. 2. αφαίρεση των πετάλων λουλουδιού: Το ξεφύλλισμα της μαργαρίτας. 3. φυλλομέτρημα του βιβλίου, γρήγορη και αποσπασματική ανάγνωση: Με το ξεφύλλισμα του… … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
φυλλολόγημα — το, ατος 1. η συλλογή φύλλων φυτού που καλλιεργείται γι αυτό το σκοπό (π.χ. της μουριάς). 2. η αφαίρεση τμήματος από τα φύλλα φυτών την εποχή της βλάστησης, το φυλλομάδημα. 3. βιαστική ανάγνωση, φυλλομέτρημα, ξεφύλλισμα … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
φυλλομέτρηση — η το φυλλομέτρημα (βλ. λ.) … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)